Πόσο συχνά αποθηκεύω ένα ποστ στο Instagram ή πατώ ένα «ενδιαφέρομαι» στο facebook;
Με ενδιαφέρουν, πραγματικά, όλα όσα αποθηκεύω;
Αν αποθηκεύω κατά μέσο όρο 10 άρθρα/σεμινάρια/εκδηλώσεις την εδβομάδα, πόσα, τελικά, άρθρα διαβάζω και σε πόσα σεμινάρια συμμετέχω;
Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα αναντιστοιχία στον ψηφιακό κόσμο: πολλοί και πολλές αποθηκεύουμε αναρτήσεις, workshops, και άλλες πληροφορίες που μας φαίνονται ελκυστικές ή χρήσιμες, αλλά λίγοι και λίγες προχωρούμε στην επόμενη κίνηση—τη δράση. Αυτό το φαινόμενο ενισχύεται όλο και περισσότερο μέσα από τα social media, όπου η ταχύτητα και η αφθονία των ερεθισμάτων δημιουργούν ένα περιβάλλον συνεχούς απόσπασης της προσοχής. Όπως επισημαίνει και ο Bauman (2000), στη «ρευστή» μας κοινωνία, οι άνθρωποι έχουμε πολλές επιλογές αλλά ταυτόχρονα δυσκολευόμαστε να δεσμευτούμε σε καθεμία από αυτές. Η αποθήκευση περιεχομένου χωρίς δράση είναι μια έκφανση αυτής της ρευστότητας, όπου οι δυνατότητες φαίνονται άπειρες, αλλά οι πραγματικές αποφάσεις και δεσμεύσεις είναι δυσανάλογα λιγότερες.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: γιατί αποθηκεύουμε περιεχόμενο και, τελικά, δεν εμβαθύνουμε ή δε δρούμε; Μήπως η ίδια η διαδικασία της αποθήκευσης μας προσφέρει μια ψευδαίσθηση ολοκλήρωσης, μια ηδονοβλεπτική θέση απέναντι στον κόσμο και στα δρώμενα; Ίσως, το γεγονός ότι έχουμε αποθηκεύσει κάτι μας δημιουργεί την αίσθηση ότι «κάναμε κάτι», έστω και αν αυτό το «κάτι» περιορίζεται στην πρόθεση και όχι στη δράση.
Η εποχή της πληροφορίας: Ευλογία ή κατάρα;
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία ρέει ανεξέλεγκτα και ο καθένας και η καθεμία έχει πρόσβαση σε πληθώρα πηγών για το ο,τιδήποτε. Αυτή η υπερπληροφόρηση (σε άλλο άρθρο θα μιλήσουμε και για την υπεραναπλήρωση), παρόλο που προσφέρει τεράστιες δυνατότητες, δημιουργεί και νέα είδη προβλημάτων. Πολλοί και πολλές νιώθουμε συχνά κατακλυσμένοι και κατακλυσμένες από τον τεράστιο όγκο πληροφοριών που μας διατίθεται καθημερινά, και η πράξη της αποθήκευσης μπορεί να θεωρηθεί κι ως ένας -νέος;- μηχανισμός άμυνας. Με τον τρόπο αυτό, διατηρούμε τον έλεγχο της πληροφορίας χωρίς να χρειάζεται να την επεξεργαστούμε άμεσα. Ο Han (2015), υποστηρίζει ότι η συνεχής ροή πληροφορίας δεν οδηγεί σε ουσιαστική γνώση ή δράση αλλά σε έναν καταναλωτικό «φαινομενικό κόσμο», όπου η πράξη της αποθήκευσης μπορεί να αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό: μια ρηχή αλληλεπίδραση με την ίδια την πληροφορία.
Όσο η πληροφορία πολλαπλασιάζεται, μάλιστα, υποθέτω ότι τόσο αυξάνεται και η πίεση να παρακολουθήσουμε και να ασχοληθούμε με όλα. Η αποθήκευση ενός workshop, μιας συνέντευξης ή μιας ανάρτησης, γίνεται κάτι σαν “εικονική δέσμευση”. Αλλά στην πραγματικότητα, πόσο δεσμευόμαστε αληθινά σε αυτά τα ενδιαφέροντα;
Ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες
Φυσικά, δεν είναι όλα τόσο απλά. Σίγουρα, υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι δεν προχωρούμε σε δράση για πρακτικούς λόγους: οικονομικοί περιορισμοί, έλλειψη χρόνου ή απρόβλεπτοι παράγοντες, όπως ένα ταξίδι ή άλλες προσωπικές δεσμεύσεις. Επίσης, η ψυχολογική ετοιμότητα για συγκεκριμένες δραστηριότητες, όπως ένα workshop ψυχοθεραπείας, δεν είναι πάντα δεδομένη. Δεν είναι, λοιπόν, σπάνιο να αποθηκεύουμε ένα workshop με την πρόθεση να το παρακολουθήσουμε όταν αισθανθούμε έτοιμοι και έτοιμες. Εάν, μάλιστα, συνεχίσουμε να αναλύουμε το θέμα μέσα από τους φακούς της Ψυχολογίας, η εξίσωση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο (η ανάλυση σε επόμενο άρθρο).
Όμως, αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις πρακτικές δυσκολίες. Αφορά και μια ευρύτερη κοινωνική τάση: την αναβολή. Η αναβλητικότητα δεν είναι ένα απλό ζήτημα αμέλειας, αλλά συχνά μια μορφή αντιμετώπισης του άγχους που προκαλεί η υπερφόρτωση πληροφοριών και υποχρεώσεων. Η συνεχής έκθεση σε πληθώρα επιλογών, προτάσεων και υποχρεώσεων ίσως μας οδηγεί στο να διστάζουμε να αναλάβουμε επιπλέον δέσμευση, με αποτέλεσμα να αναβάλλουμε συστηματικά τη συμμετοχή μας σε δραστηριότητες που θεωρούμε ενδιαφέρουσες. Η Turkle (2011), μελετώντας τις επιπτώσεις της τεχνολογίας στις ανθρώπινες σχέσεις, υποστηρίζει ότι η ψηφιακή μας ζωή συχνά οδηγεί σε απομάκρυνση από την πραγματική κοινωνική και ψυχολογική σύνδεση ενώ οι αμέτρητες επιλογές και η συνεχής αναζήτηση προκαλούν ένα είδος “ψηφιακής εξάντλησης”, που συχνά οδηγεί στην αναβλητικότητα.
Οι ψευδαισθήσεις της κοινωνικής δικτύωσης
Το πιο ενδιαφέρον, ίσως, κομμάτι είναι η προσωπική σχέση μας με τα social media και την αποθήκευση περιεχομένου στα κοινωνικά δίκτυα. Ένα απλό “κλικ” ή “ταπ” μας προσφέρει μια στιγμιαία αίσθηση ότι ασχολούμαστε με τα ενδιαφέροντά μας, ενώ στην πραγματικότητα η δέσμευσή μας σταματά εκεί. Αυτή η διαδικασία ενδεχομένως μας καθησυχάζει, καθώς μας επιτρέπει να νιώθουμε ότι διατηρούμε επαφή με τα θέματα που μας ενδιαφέρουν, χωρίς να χρειάζεται να προχωρήσουμε, τελικά, στην ανάγνωση ενός αποθηκευμένου άρθρου ή στη συμμετοχή μας σε ένα σεμινάριο.
Παρατηρούμε, λοιπόν, μια νέα μορφή αλληλεπίδρασης με την πληροφορία: την «επιφανειακή συμμετοχή». Η αποθήκευση γίνεται ο νέος τρόπος «φαντασιακής βίωσης», αλλά χωρίς την ίδια την παρουσία μας στα πράγματα -οξύμωρο; Αυτό αναδεικνύει και μια ευρύτερη προβληματική: την αποστασιοποίηση από τα πραγματικά ενδιαφέροντά μας. Η συνεχής παρουσία πληροφοριών μας δημιουργεί μια αίσθηση πίεσης να παραμείνουμε ενημερωμένοι/ες, αλλά συχνά μας οδηγεί στην απώλεια της εστίασης στις ουσιαστικές μας προτεραιότητες.
Η πρόσκληση για δράση
Τελικά, το ερώτημα παραμένει: πώς μπορούμε να μετατρέψουμε αυτή την επιφανειακή δέσμευση σε ουσιαστική δράση; Μια καλή αρχή θα μπορούσε να είναι να επαναξιολογήσουμε τα ενδιαφέροντά μας και να θέσουμε προτεραιότητες. Δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με το ζόρι με όλα όσα βρίσκουμε ενδιαφέροντα, αλλά μπορούμε, μάλλον, να επιλέξουμε με προσοχή αυτά που μας ταιριάζουν περισσότερο και να επενδύσουμε πραγματικό χρόνο και ενέργεια σε αυτά.
Η αποθήκευση, ναι, είναι ένα πρώτο βήμα, αλλά η ουσία βρίσκεται στην κίνηση που ακολουθεί. Άλλωστε, αν μη τι άλλο, οι πραγματικές εμπειρίες δημιουργούνται και μέσα από τη δράση και όχι μόνο μέσα από τη συγκέντρωση πληροφοριών. Έτσι, την επόμενη φορά που θα αποθηκεύσουμε κάτι, είτε το χρησιμοποιήσουμε είτε όχι, ίσως είναι καλό να αναρωτηθούμε: «Είμαι πραγματικά έτοιμος ή έτοιμη να προχωρήσω στο επόμενο βήμα;»
Βιβλιογραφία
Bauman, Z. (2000). Liquid modernity. Polity Press.
Han, B.-C. (2015). The burnout society (E. D. B. K. E. C. M. W. (Trans.)). Stanford University Press. (Original work published 2010)
Turkle, S. (2011). Alone together: Why we expect more from technology and less from each other. Basic Books.
Workshops
MoveFest…και φέ(σ)τος!
ΙΟΥΛΙΟΣ, 2026
MoveFest, Leiden, Ολλανδία
The Flying Turtle Project: ο ρυθμός μου
ΜΑΡΤΙΟΣ, 2026
CATGANG ACROBATICS & MORE, Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής
Αν έχεις το Θεό σου!
ΜΑΡΤΙΟΣ, 2026
ImproVIBE, Θησείο, Αθήνα



