Σημειώσεις που θα σου χρειαστούν κατά την ανάγνωση:

  1. Μιλώντας για μετανεωτερικότητα αναφέρομαι, αδρομερώς, στο διάστημα από το 1960 και έπειτα όπου συναντάμε στη «Δύση» την απόρριψη της αντικειμενικότητας και την αμφισβήτηση των παραδοσιακών αρχών και σταθερών σημείων αναφοράς δίνοντας έμφαση στον πλουραλισμό, την ποικιλομορφία, την αμφιβολία, την υποκειμενικότητα, κλπ.
  2. Χρησιμοποιώ τον όρο «Ύστερος Καπιταλισμός» όπως χρησιμοποιήθηκε στη δεκαετία του 1970, από τον μαρξιστή οικονομολόγο Ernest Mandel, για να περιγράψει την περίοδο του καπιταλισμού μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία χαρακτηρίζεται από την πλήρη κυριαρχία του κεφαλαίου και την επέκτασή του σε όλες τις κοινωνικές σφαίρες, οδηγώντας σε κρίσεις και αλλαγές στην οικονομία και την κοινωνία.
  3. Ο όρος «τραύμα» χρησιμοποιείται στο παρόν κείμενο με ευρύ και μεταφορικό τρόπο, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η έννοιά του έχει αποτελέσει αντικείμενο κριτικής για την ασαφή και υπερβολική χρήση του. Ερευνητές όπως οι Allan Young (1995), Richard J. McNally (2003) και Dominick LaCapra (2001) έχουν επισημάνει πως η έννοια του τραύματος δεν είναι σταθερή ούτε οικουμενική, αλλά ιστορικά, πολιτισμικά και επιστημονικά κατασκευασμένη. Με αυτή την επιφύλαξη, ο όρος εδώ δεν προσεγγίζεται ως αυστηρά κλινική διάγνωση, αλλά ως ενδεικτικός τρόπος να μιλήσουμε για εμπειρίες ρήξης, απώλειας ή δυσφορίας που υπερβαίνουν την καθημερινότητα.
  4. Για το «συλλογικό τραύμα» αντλώ από τους Eyerman (2001) και Hirschberger (2018) και αναφέρομαι σε εκείνα τα ιστορικά ή κοινωνικά γεγονότα, μικρά, μεγαλύτερα, μεγάλα που δεν πλήττουν μόνο μεμονωμένα άτομα, αλλά διαρρηγνύουν το ίδιο το κοινωνικό σώμα. Το προσαρτώ στο συνειρμό μου υπολογίζοντας εξίσου και τη μικρή διάσταση του κοινωνικού πλήγματος, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι ανάγκη να φτάσει να γίνει τεράστιο (τραύμα) ώστε να αξίζει την προσοχή μας.
  5. Το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό» [the personal is political] που παραθέτω κάποια στιγμή, έγινε διάσημο κυρίως μέσα από τη φεμινιστική κίνηση της δεκαετίας του 1960–70. Η φράση αποδίδεται στη Carol Hanisch, μια Αμερικανίδα ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος, η οποία το 1970 δημοσίευσε ένα κείμενο με αυτόν τον τίτλο. Με απλά λόγια, το «προσωπικό είναι πολιτικό» σημαίνει ότι αυτό που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας –στη δουλειά, στο σπίτι, στις σχέσεις– δεν είναι μόνο θέμα «χαρακτήρα» ή «τύχης», αλλά επηρεάζεται έντονα από τους θεσμούς, τους νόμους, τις κοινωνικές ανισότητες και τις πολιτικές αποφάσεις. Το χρησιμοποιώ στο κείμενο, για να μιλήσω για την «επιβολή» ρόλων από την κοινωνία στο άτομο, ανεξαρτήτως φύλου.
  6. Η άποψή μου, τροφοδοτείται άμεσα από τη Χάνα Άρεντ, η οποία υπογράμμισε ότι η πολιτική δεν είναι απλώς προσωπικές επιλογές ή ιδέες, αλλά συλλογική δράση των ανθρώπων στο δημόσιο χώρο. Η πολιτική μάς δίνει τη δυνατότητα να αλλάζουμε την κοινωνία μέσα από συζήτηση, συνεργασία και συμμετοχή, και όχι να περιοριζόμαστε στην ατομική εμπειρία. Στηρίζω ότι η συλλογική δράση έχει άμεση σημασία για την ψυχοθεραπεία και τη δραματοθεραπεία: ενώ η ατομική δουλειά με τον εαυτό μας είναι σημαντική, δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει τον κόσμο γύρω μας.
  7. Για να μη φορτώνω τη ροή του κειμένου με ένθετα disclaimers, να πούμε εξαρχής ότι τις θεραπευτικές προσεγγίσεις τις φέρουν τα άτομα που τις εφαρμόζουν. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να μιλήσουμε μόνο για την ψυχοθεραπεία ολόκληρη, ως επιστήμη ή για μια μορφή ψυχοθεραπείας/μεθόδου αλλά και για την/τον επαγγελματία που την ασκεί.
  8. Τέλος, το παρόν κείμενο/συνειρμός είναι προϊόν προσωπικών (συν)θέσεων και καμία πρόθεση δεν έχει να εξάγει οποιασδήποτε μορφής γενίκευση (μετανεωτερικό κουσούρι). Οι σκόρπιες αλλά και βασικές θεωρίες που παρατίθενται, έχουν βοηθήσει να σχηματιστεί και να αναπτυχθεί ο ίδιος ο συνειρμός.

Στο θέμα μας

Η μετανεωτερικότητα, με τις αδιάκοπες ανατροπές της και την κυριαρχία του καπιταλισμού, διαμόρφωσε ένα τοπίο έντονων κοινωνικών και ταξικών ανισοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, οι παραδοσιακές συλλογικότητες -όπως οι κοινότητες, οι οικογένειες και οι συνδικαλιστικοί φορείς- αποδυναμώθηκαν, ενώ στο προσκήνιο αναδύθηκε ένας ακραίος ατομικισμός, ο οποίος καλεί το άτομο να σταθεί «μόνο του» απέναντι στις κοινωνικές δυσκολίες. Αυτή η διαπίστωση δεν είναι προφανώς δική μου∙ έχει αναλυθεί εκτενώς στη θεωρία του “reflexive modernity” (Beck, Giddens & Lash, 1994), η οποία υποστηρίζει ότι οι συλλογικές σταθερές που κάποτε προσέφεραν αίσθηση ασφάλειας και κοινωνικής ένταξης έχουν κλονιστεί, αφήνοντας το άτομο εκτεθειμένο σε κινδύνους και κρίσεις που παράγει το ίδιο το κοινωνικό σύστημα.

Λέω ότι οι συλλογικότητες «αποδυναμώθηκαν» και όχι «εξαφανίστηκαν», γιατί ακόμη και μέσα σε αυτή την απομόνωση εμφανίζονται πού και πού ακτίνες φωτός: οι μεγάλες συγκεντρώσεις και κινητοποιήσεις γύρω από ζητήματα που αφορούν τα πολλά άτομα -όπως η τρέχουσα περίπτωση των Τεμπών- φέρνουν μαζί την ελπίδα ότι η ανάγκη για συλλογικότητα δεν έχει σβήσει και μάλλον δε μπορεί να σβήσει ποτέ. Κάθε φορά που η πραγματικότητα βαραίνει αφόρητα, αναδύονται και πάλι μορφές συλλογικής δράσης αλλά πιο ρευστές, δικτυωμένες και συχνά εφήμερες. Κι όμως, αυτές οι «στιγμιαίες» εκφράσεις αλληλεγγύης αποδεικνύουν ότι το «μαζί» παραμένει πάντα εκεί, έτοιμο να επιστρέψει τη στιγμή που θα το χρειαστούμε περισσότερο.

Μπροστά σ’ ένα σωρό άλλες δυσκολίες, λοιπόν, που δεν είναι τόσο εμφανώς υπερ-σοβαρή υπόθεση όσο η τραγωδία των Τεμπών, το άτομο καλείται διαρκώς να σταθεί μόνο του και να «διορθώσει» ό,τι διορθώνεται, πολλές φορές και προβλήματα που η ίδια η κοινωνία τού φόρτωσε.

Η ψυχοθεραπεία και το άτομο

Η ψυχοθεραπεία, καθόλου τυχαία, γνώρισε μια τεράστια εξάπλωση τη μετανεωτερική περίοδο, προσφέροντας απαντήσεις στη συναισθηματική δυσφορία που γέννησε, μεταξύ άλλων, ο ύστερος καπιταλισμός (τίθεται ως σχήμα αιτίου-αιτιατού εδώ, σχεδόν δογματικά).

Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά, εδώ αρχίζει να αναδύεται ένα παράδοξο: η κοινωνία (ας περιοριστούμε στην ελληνική) δημιουργεί προβλήματα – η θεραπεία, καλώς, προσπαθεί να στηρίξει το άτομο – η κοινωνία συνεχίζει και παράγει προβλήματα με τον ίδιο ρυθμό που παράγει τα παπούτσια της η Nike ή η Addidas – η ψυχοθεραπεία συνεχίζει και στηρίζει το άτομο. Φαίνεται, λοιπόν, η ευθύνη της αλλαγής να βαραίνει σχεδόν αποκλειστικά, το ίδιο το πρόσωπο που ζητά βοήθεια.

Τώρα. Η Ψυχοθεραπεία, ανά καιρούς, έχει λάβει την κριτική (Lyotard, 1979; Berger & Luckmann, 1966) ότι, ως υπηρεσία, αφού άνθισε στο έδαφος του ύστερου καπιταλισμού, μέσω της βοήθειας που προσφέρει στο άτομο που τη ζητά στηρίζει έμμεσα το καπιταλιστικό σύστημα που «παράγει» τα προβλήματα. Έτσι, λέει η κριτική, η ψυχοθεραπεία συντηρεί το «σύστημα» και καλλιεργεί μια στροφή προς τον εαυτό, απομακρύνοντας -ενδεχομένως χωρίς καν να το καταλαβαίνει- το άτομο από το κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Μακρύς συνειρμός, αλλά έχει ένα ενδιαφέρον.

Πρόκειται για μια κριτική εκ πρώτης ίσως άδικη, αφού η προσωπική δουλειά με τον εαυτό, σκέφτομαι, εάν έχει τα προσδοκόμενα αποτελέσματα θα σε οδηγήσει, τελικά, σε πιο ενεργή και συνειδητή συμμετοχή στα κοινά ή στο να αποτινάξεις μέρος της ευθύνης που μέχρι πρότινος «σου» χρέωνες ως αποτυχία. Ωστόσο, γεννάται και το ερώτημα: μήπως «ξεχνιόμαστε» καμιά φορά ότι η κοινωνία χρειάζεται κι εκείνη να αλλάξει, ώστε να μην απαιτείται τόση «διόρθωση» για να επιβιώσει το άτομο συναισθηματικά;

Λίγη θεωρία της κριτικής

Ο Philip Cushman, στο έργο του Constructing the Self, Constructing America (1995), ανέλυσε πώς η ψυχοθεραπεία δεν είναι απλώς μια κλινική πρακτική, αλλά και πολιτισμικό φαινόμενο που συνέβαλε στην κατασκευή ενός συγκεκριμένου τύπου εαυτού, ατομοκεντρικό, «κενό», που αναζητά πλήρωση μέσα από καταναλωτικές πρακτικές. Ο Cushman ασκεί κριτική στη «θεραπευτικοποίηση» της καθημερινότητας, επισημαίνοντας ότι η έμφαση στην ατομική διόρθωση μπορεί να αποπολιτικοποιεί το υποκείμενο και να το απομακρύνει από συλλογικές διεκδικήσεις. Ωστόσο, δεν υπαινίσσεται διακοπή ψυχοθεραπευτικής δραστηριότητας αλλά τονίζει την ανάγκη για μια πιο κοινωνικά προσανατολισμένη ψυχοθεραπευτική πρακτική, που να αναγνωρίζει την ιστορική και πολιτισμική διάσταση του εαυτού, αντί να τον αντιμετωπίζει σαν απομονωμένο ψυχολογικό μόριο.

Ο Adorno και οι συνεργάτες του (Adorno, Frenkel-Brunswik, Levinson, & Sanford, 1950) εισήγαγαν την έννοια του «κατεστραμμένου χαρακτήρα» [damaged character] για να περιγράψουν μοτίβα προσωπικότητας που διαμορφώνονται υπό καταπιεστικές κοινωνικές και οικογενειακές συνθήκες. Αν και ο Adorno δεν ασχολείται με την ψυχοθεραπεία, η θέση του προσφέρει μια χρήσιμη κοινωνιολογική οπτική για να κατανοήσουμε πώς η ατομική δυσφορία συνδέεται με τις δομές της κοινωνίας. Θέτει ερωτήματα για τη σχέση ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό και για το πώς η κοινωνία συμβάλλει στη δημιουργία των δυσκολιών που αντιμετωπίζει το άτομο.
Ο Pierre Bourdieu, μέσα από τη συλλογική έρευνα The Weight of the World (1999), ανέδειξε πως η καθημερινή δυσφορία που συχνά αντιμετωπίζεται ως «προσωπικό πρόβλημα» έχει στην πραγματικότητα βαθιές κοινωνικές ρίζες. Η επισφάλεια στην εργασία, τα οικονομικά αδιέξοδα, οι ανισότητες και οι ταξικές πιέσεις παράγουν μορφές «κοινωνικού πόνου» που οι άνθρωποι εσωτερικεύουν, συχνά ως ατομική αποτυχία.

The political world has gradually turned inward, absorbed in its internal rivalries, its own problems, its own interests. Like the tribunes of ancient Rome, politicians capable of understanding and expressing their constituents’ expectations and demands are becoming increasingly rare, and their political organizations leave much to be desired. Future leaders are chosen in television debates or party caucuses. Those who govern are prisoners of a reassuring entourage of young technocrats who often know almost nothing about the everyday lives of their fellow citizens and have no occasion to be reminded of their ignorance. […]

Epilogue in Bourdie (1999). The weight of the world: Social suffering in contemporary society

Η συμβολή του Bourdieu ήταν να δείξει ότι η κοινωνιολογική ματιά μπορεί να αποδεσμεύσει, υπό ορισμένες συνθήκες, το άτομο από την ενοχή, φωτίζοντας το γεγονός ότι το προσωπικό βίωμα είναι κ α ι προϊόν συλλογικών και δομικών συνθηκών.
Ακολουθώντας τις παραπάνω ενδεικτικές θέσεις, προκύπτει ότι (ότ)αν η ψυχοθεραπεία εστιάζει αποκλειστικά στην ατομική διάσταση, κινδυνεύει να παραβλέψει το κοινωνικό πεδίο που γεννά αυτήν ακριβώς τη δυσφορία.

Σκέψεις επί της θεωρίας

Οι σχολές Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας σήμερα, προφανώς και εστιάζουν στην ιστορική, κοινωνική και ψυχολογική διάσταση του εαυτού. Δεν αποτελεί «καινούρια» οπτική το να συνυπολογίζεται το από που έρχεται το άτομο, ποιος θεσμός το έχει βαρύνει και ποια συνθήκη το «ανάγκασε» να αναπτυχθεί με τον χ-ψ τρόπο.

Αλλά.

Η ένσταση «κανονικοποίησης της δομικής αλλοτρίωσης» του Adorno μού βγάζει μεγάλο νόημα και συγκεντρώνεται στο κεφάλι μου ως εξής. Η ενασχόληση με την προσωπική βελτίωση, εν προκειμένω μέσω της ψυχοθεραπείας, εκτός του ότι αδιαμφισβήτητα επιδρά θετικά στη συναισθηματική ευημερία του ατόμου, μοιάζει κάποιες φορές να λειτουργεί και ως αντιπερισπασμός: να απασχολεί το άτομο με το πώς θα βρει τρόπους να προστατεύσει τον εαυτό του και πώς θα προσαρμοστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο εκάστοτε προσωπικό και ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο (εργασιακούς χώρους, κοινωνικά δρώμενα κλπ) πριν παρατηρήσει πώς μοιάζει αυτό το συλλογικό και αν μπορεί να εναντιωθεί σε αυτό που, σε δεύτερο επίπεδο σκέψης, έχει μερίδιο στη «δυστυχία» του. Ναι, το να προσαρμοζόμαστε είναι απαραίτητο για την επιβίωσή αλλά, στ’ αλήθεια, επιμένω ότι κάτι μπορεί να «χάνουμε» εδώ.

Μάλλον το παράδοξο αρχίζει να γίνεται όλο και πιο ευκρινές: ψυχολογικά προβλήματα που γεννιούνται από το κοινωνικό περιβάλλον, επιχειρούνται να επιλυθούν ατομικά, λες και το βάρος της αλλαγής το κουβαλά εξ ολοκλήρου το ίδιο το άτομο. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, αν το άτομο κατοχυρώσει την πιο επιτυχημένη εκδοχή του, τότε μάλλον θα επιστρέψει μ’ αυτή του την εξελιγμένη εκδοχή πίσω στο κοινωνικό και θα το επηρεάσει θετικά. Και, αισίως, μέσω κυματισμών, το κοινωνικό θα αλλάξει απ’ όλα αυτά τα άτομα που εξελίσσονται ως μονάδες. Απόλυτα λογικό. Και το θέλουμε.

Στο μικροκλίμα, όμως, της καθημερινότητας, ο αντιπερισπασμός στον οποίο αναφέρομαι φέρει άλλη μορφή.

Ο αντιπερισπασμός σε ανάλυση

Έρχεται, λοιπόν, η στιγμή που στην ψυχοθεραπεία ανοίγουμε το προσωπικό μας κουτί της πανδώρας, βρίσκοντας εκεί όλα όσα βάλαμε κάποτε κάτω από χαλιά, όλα όσα νιώσαμε υπό ορισμένες συνθήκες και δεν είπαμε, όλα όσα νιώσαμε και δεν τα εντοπίσαμε τη στιγμή που τα νιώσαμε κ.ο.κ. Μέσα στα σπίτια μας, στις σχέσεις μας, στις δουλειές μας, πραγματοποιήθηκαν, πραγματοποιούνται κι ίσως και έπονται μάχες. Έχουμε να λύσουμε θέματα με γονείς, απωθημένα από προηγούμενες σχέσεις, ανησυχίες για το μέλλον και δε συμμαζεύεται. Προβλήματα μικρά-μεγάλα-μεγαλύτερα και πολλών διαφορετικών τύπων, που δεν είναι δύσκολο να σε κάνουν να πιστέψεις ότι εκεί βρίσκονται όλες οι απαντήσεις/λύσεις και η πολυπόθητη ευημερία σου.
Θα χρησιμοποιήσω, σε αυτό το σημείο, το σλόγκαν της Hanisch που αναφέρω στις σημειώσεις της αρχής. Τη θέση ότι «το προσωπικό είναι πολιτικό» που βοήθησε, τη δεκαετία του 1960-70, να σπάσει η ψευδαίσθηση ότι τα βιώματα «ανήκουν αποκλειστικά στο άτομο» και να φανεί πως, αν θέλουμε πραγματική αλλαγή, δεν αρκεί μόνο η «προσωπική βελτίωση», αλλά χρειάζονται και κοινωνικές διεκδικήσεις και πολιτική δράση. Αν, μάλιστα, το προσωπικό είναι πολιτικό τότε και το πολιτικό έχει αναπόφευκτα προσωπική διάσταση.

Παράδειγμα

Σκεφτείτε ένα νέο άτομο που πηγαίνει στην ψυχοθεραπεία για να δουλέψει το άγχος του. Το παρουσιάζει ως «προσωπικό πρόβλημα», κάτι που το κάνει να χάνει τον ύπνο του, να τσακώνεται με τα κοντινά πρόσωπα, να αμφισβητεί την αξία του. Αν σταθούμε μόνο στο άτομο, η απάντηση μπορεί να είναι: «προσπάθησε να βρεις τι σε γεμίζει, πως να βάζεις όρια, πως να φροντίζεις τον εαυτό σου κλπ». Αλλά, αν κάνουμε ένα zoom out, και δούμε (εν είδει παραδείγματος) ότι αυτό το νέο άτομο δουλεύει σε μια επισφαλή θέση, με εξαντλητικά ωράρια, χωρίς σταθερό εισόδημα και με διαρκή φόβο ότι αύριο θα μείνει άνεργο, τότε το άγχος του δεν είναι μόνο «προσωπικό». Είναι και πολιτικό, γιατί γεννιέται και συντηρείται μέσα σε κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που το ξεπερνούν.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι φυσικά χρειάζεται να δουλέψει μέσα του, αλλά αν δεν αλλάξουν και οι εξωτερικοί όροι -οι συνθήκες εργασίας, η εργασιακή ασφάλεια, το δικαίωμα σε αξιοπρεπή ζωή- τότε η «προσωπική βελτίωση» θα μοιάζει πάντα με ημίμετρο. Το πολιτικό διαπερνά το προσωπικό τόσο όσο και το αντίστροφο: εκείνο θα μιλάει στην ψυχοθεραπεία για το άγχος του, αλλά στην πραγματικότητα μιλάει (πολλές φορές χωρίς να το ξέρει) για έναν ολόκληρο κοινωνικό μηχανισμό που παράγει άγχος κατά συρροή. Μπορούμε να καταλάβουμε, φυσικά, ότι μπορεί να αλλάξει εδώ όλη η εξίσωση κάθε φορά που προσθαφαιρούμε μεταβλητές.

Η ανάγνωση των θεωριών της κριτικής, εάν τις διαβάσουμε νηφάλια, μάς βοηθά να κατανοήσουμε ακόμα καλύτερα το παράδοξο: το άτομο, συχνά, τρέχει να διορθώσει κακώς κείμενα, την ίδια στιγμή που τα κείμενα παραμένουν αμετάβλητα. Με άλλα λόγια, το άτομο καλείται διαρκώς να «επιβιώσει» συναισθηματικά μέσα σε συνθήκες που συνεχίζουν να το πληγώνουν. Η κοινωνία μοιάζει να του λέει «ό,τι σε πονάει φτιάξε το ατομικά και πλήρωσέ το κι από πάνω, επειδή δεν το άντεξες εκ πρώτης».

Από το ατομικό στο συλλογικό

Ναι, λοιπόν. Τα άτομα, όπως είπαμε, ως μονάδες, φέρουμε προβλήματα, ανησυχίες, όνειρα, τραύματα. Οι κοινότητες που μας περιβάλλουν, ωστόσο, κουβαλούν μνήμες από πολέμους, καταστροφές, δυστυχήματα, οικονομική ανασφάλεια, ως συλλογικά τραύματα που χαράσσονται στο σώμα τους.

Λίγη ακόμα θεωρία.

Η έννοια του συλλογικού τραύματος έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στην κοινωνιολογία και την ψυχολογία. Ο Ron Eyerman (2001), στο πλαίσιο της θεωρίας του πολιτισμικού τραύματος (cultural trauma), υποστηρίζει ότι ένα τραυματικό γεγονός δεν αφορά μόνο τα άμεσα θύματα αλλά γίνεται μέρος της συλλογικής μνήμης και ταυτότητας μιας ομάδας. Μετασχηματίζεται, δηλαδή, σε ένα «κοινό αφήγημα» που καθορίζει ποια είμαστε και πώς αντιλαμβανόμαστε το μέλλον μας. Αντίστοιχα, ο Gilad Hirschberger (2018) περιγράφει το συλλογικό τραύμα ως «κατακλυσμικό γεγονός» που διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό και προκαλεί κρίση νοήματος. Η μνήμη αυτού του τραύματος, μέσα από την επεξεργασία και τις αφηγήσεις που παράγονται, μπορεί να λειτουργήσει είτε προστατευτικά για την επιβίωση της ομάδας είτε απειλητικά, καθώς αναζωπυρώνει το φόβο και την υπαρξιακή ανασφάλεια.

Το συλλογικό τραύμα δε βιώνεται πάντα με ξεκάθαρους τρόπους, συχνά μπορεί να παίρνει τη μορφή σιωπής, βουβού πένθους, επαναλαμβανόμενων φράσεων «έτσι είναι τα πράγματα», κ.α., που περνούν από γενιά σε γενιά. Για τα άτομα που πλήττωνται, άμεσα ή έμμεσα, αυτή η μνήμη συχνά μετατρέπεται σε εργαλείο επιβίωσης, ακόμη κι αν κουβαλά πόνο, ενώ για τα άτομα που πλήττουν, εγείρει μια υπαρξιακή απειλή που μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση ή αποσιώπηση της ευθύνης. Εάν, όμως, υπάρξει αναγνώριση και ανάληψη ευθύνης, το τραύμα μπορεί να γίνει αφορμή για τη δημιουργία νέων αφηγημάτων που, αντί να σβήνουν το παρελθόν, το εντάσσουν σε μια ιστορία αλλαγής και ηθικής ανανέωσης.

Έτσι, όπως τονίζει ο Hirschberger (2018), το συλλογικό τραύμα δεν είναι ποτέ ένα «κλειστό κεφάλαιο», αλλά μια δυναμική διαδικασία που τροφοδοτεί τις συζητήσεις για τη μνήμη και την ταυτότητα, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει τη δυνατότητα για μεγαλύτερη κατανόηση ανάμεσα σε ομάδες.

Από ψυχολογική σκοπιά, η εμπλοκή με την απόδοση/ανάληψη ευθυνών μπορεί να προσφέρει τη δυνατότητα στα μέλη μιας κοινότητας να βρουν νόημα μέσα στην εμπειρία, να συζητήσουν, να συνδεθούν, να πενθήσουν κι, ενδεχομένως, να μεταβολίσουν μέσω της δράσης τον πόνο που προκαλείται από την αίσθηση αδικίας ή απειλής. Κι η ψυχοθεραπεία οφείλει να τονίζει αφενός ότι πολλά από τα «συμπτώματα» που φέρνει το άτομο στην αίθουσα, είναι κ α ι αντηχήσεις διαφόρων συλλογικών πληγών αλλά κι ότι έχουμε τη δυνατότητα να απαντήσουμε ενεργά σε αυτά με τη δράση μας, εάν φυσικά το θέλουμε ή/και μπορούμε.

Όταν ένα γεγονός είναι προφανώς μεγάλης εμβέλειας (κόβιντ, τραγωδία Τεμπών) είδαμε ότι είναι πιο εύκολο να το ονομάσουμε συλλογικό τραύμα και να βγούμε στους δρόμους -ευτυχώς. Τι γίνεται όμως, ξαναρωτώ με μικρότερα ή φαινομενικά «μικρής αξίας» γεγονότα; Πότε μια δυσάρεστη κοινωνική συνθήκη αρχίζει να θεωρείται τραύμα; Χρειάζεται να περιμένουμε να μεγαλώσει για να δράσουμε; Ή μπορούμε να αναγνωρίσουμε ως δυνάμει τραύματα και τα μικρά, καθημερινά γεγονότα που διαταράσσουν την κοινότητα και δε φαίνεται να οδεύουν προς μια καλή κατεύθυνση;
Επαναφέρω τη θέση: η κοινωνικοπολιτική εγρήγορση, επενδύει έμμεσα και άμεσα στην ατομική και συλλογική ευημερία.

Ένα κάποιο συμπέρασμα

Ασκώ την Ψυχοθεραπεία, μέσα από τους φακούς της Δραματοθεραπείας και πιστεύω και επαληθεύω καθημερινά τη χρησιμότητά της (τόσο ως θεραπεύτρια όσο κι ως θεραπευόμενη). Μέσα σε αυτήν τη μάχη για προσωπική και συλλογική επιβίωση, ωστόσο, εκτός των επαγγελμάτων και των βίων μας γενικότερα, αισθάνομαι ότι χρειάζεται η διαρκής υπενθύμιση ότι το προσωπικό πηγαίνει πλάι πλάι με το συλλογικό.

Όσον αφορά την κριτική, όπως όλα τα φαινόμενα, έτσι και η ψυχοθεραπεία μπορεί να φέρει πολλά και διαφορετικά πρίσματα: το ρίσκο της κοινωνικής αποξένωσης, το κέρδος της προσωπικής ενδυνάμωσης που επιτρέπει στο άτομο να επιστρέψει πιο συνειδητοποιημένο στο συλλογικό, μία πορεία που θα συμπεριλαμβάνει και τα δύο κλπ. Έτσι ή αλλιώς, το ζητούμενο -μάλλον- δεν είναι να αρνηθούμε συλλήβδην τις θεωρίες ή να υπερτονίσουμε μόνο τα θετικά μας για να «καθαρίσουμε» τη θέση μας ή να αμυνθούμε προτάσσοντας λίγη ακόμα θεωρία, λες και μας είπαν ότι κάθε ψυχοθεραπεία κάνει «κακό» στο κοινωνικό. Ούτε και υπαινίσσομαι ότι η μόνη λύση στην ψυχική μας ηρεμία είναι να πατάξουμε ολάκερο το καπιταλιστικό σύστημα.

Ίσως αρκεί να λάβουμε υπόψη την κριτική περί υπερβολικής εστίασης στον εαυτό και να ψάχνουμε και τρόπους να συμβάλλουμε περισσότερο στο κοινωνικό τερέν.

Ίσως να βοηθά απλά να εντοπίσουμε, μαζί με το άτομο, και τι του στέρησε η κοινωνία, να το ανακουφίσουμε ονοματίζοντας αυτή την κοινωνική αδικία στο «τάδε» σημείο της αφήγησης και να του υπενθυμίζουμε ότι έχει λόγο (κυριολεκτικά και μεταφορικά) να δράσει.

Αντί επιλόγου

Το ερώτημα, κλείνοντας, δεν είναι το «ατομικό ή κοινωνικό;» αλλά πώς τα δύο αυτά συνδιαλέγονται σε μακροσκοπικό επίπεδο (στο πεδίο της ψυχοθεραπείας ως θεσμού και κοινωνικής πρακτικής) και σε μικροσκοπικό επίπεδο (στο εκάστοτε δωμάτιο που συμβαίνουν οι ατομικές ή ομαδικές συναντήσεις).

Σ’ ένα παρόν όπου λίγο πιο δίπλα αφανίζονται έθνη ή, ακόμα πιο δίπλα, άνθρωποι πασχίζουν να πληρώσουν το ενοίκιό τους -και συνεπώς δεν έχουν πόρους για να επενδύσουν στη συναισθηματική τους υγεία-, δε μοιάζει «δίκαιο» να μένουμε μόνο στον μικρόκοσμο της ατομικής βελτίωσης.

Στα πλαίσια της Ψυχοθεραπείας, λοιπόν, μοιάζει να είναι πιο σημαντικό να δημιουργούμε συναντήσεις που να μπορούν να απαλύνουν μεν το προσωπικό αλλά να παραδέχονται το κοινωνικοπολιτικό «σφάλμα» και ενδεχομένως να το προ(σ)καλούν να εκφραστεί και να μεταβολιστεί σε δράση, σε κοινή ομαδική εμπειρία. Αρχικά ως πρόβα.

Και για να ευλογήσουμε και λίγο τα γένια μας, στις μικρές σκηνές που δημιουργούνται στη Δραματοθεραπεία, δημιουργείται τόσο όμορφα αυτός ο χώρος όπου το ατομικό μπορεί να εκφραστεί σε συλλογικό, μέσω ομαδικών δράσεων, ως πρόβα. Η εμπλοκή με την τέχνη (καταχρώμαι προσωρινά την αοριστία του όρου) βοηθά, κρατώντας πολύ σημαντικό ρόλο: μπορεί να μην προσφέρει απαραίτητα λύσεις, αλλά προβάρει νέους δρόμους. Δεν το έχουμε δει λίγες φορές στα καλλιτεχνικά ρεύματα του παρελθόντος, όπως στο θέατρο του Αβάν Γκαρντ, το Θέατρο Πειράματος του Γκρότοφσκι, ή στις προσεγγίσεις του Eugenio Barba, όπου η δράση, η σωματικότητα και η συλλογική δημιουργία ανοίγουν δρόμους εξερεύνησης για κοινωνικά και προσωπικά θέματα.

Η εμπλοκή με τη Δραματοθεραπεία, ως μέθοδο που αξιοποιεί την Τέχνη, μπορεί να προσφέρει συναισθηματική διέξοδο αλλά και τρόπους να σταθούμε μπροστά στο κάθε κοινωνικό και κατ’ επέκταση προσωπικό παράδοξο με λιγότερο φόβο, με περισσότερη φωνή, με όλο το σώμα, με παρουσία. Μένει να αξιοποι(ήσ)ούμε αυτή τη δυνατότητα.

Το ερώτημα, σαφώς, παραμένει και μεταβάλλεται σε κάθε εποχή: πώς μπορούμε να δουλέψουμε θεραπευτικά με κάτι που δεν ανήκει, ως ευθύνη, αποκλειστικά στο άτομο, αλλά βαραίνει και το κοινό μας έδαφος; Πόσο πιο εύκολα μπορούμε να εξελιχθούμε όταν αλλάζει, έστω και λίγο, και το κοινωνικό πλαίσιο που μας περιβάλλει; Αν υπάρχει λιγότερη επισφάλεια, λιγότερη βία, περισσότερες κρατικές τακτικές φροντίδας;

Κλείνω μ’ ένα επιμύθιο-ευχή:
Είθε να δημιουργούμε όλο και περισσότερα, περισσότερο ψυχο-δραματο-θεραπευτικά περιβάλλοντα που να λαμβάνουν πιο σοβαρά υπόψη το «εκεί έξω» και να ανταποκρίνονται με τρόπο ενεργό σε αυτό.
Είθε να είμαστε και στους δρόμους, εναποθέτωντας τα όνειρά μας και διεκδικώντας ό,τι μας στερήθηκε.

Βιβλιογραφία

Adorno, T. W., Frenkel-Brunswik, E., Levinson, D. J., & Sanford, R. N. (1950). The authoritarian personality. New York: Harper & Brothers.
Arendt, H. (1958). The human condition. Chicago, IL: University of Chicago Press.
Beck, U., Giddens, A., & Lash, S. (1994). Reflexive modernization: Politics, tradition and aesthetics in the modern social order. Stanford University Press.
Berger, P. L., & Luckmann, T. (1966). The social construction of reality: A treatise in the sociology of knowledge. Garden City, NY: Anchor Books.
Bourdieu, P. (1999). The weight of the world: Social suffering in contemporary society. Stanford, CA: Stanford University Press.
Cushman, P. (1995). Constructing the self, constructing America: A cultural history of psychotherapy. Boston, MA: Da Capo Press.
Eyerman, R. (2001). Cultural trauma: Slavery and the formation of African American identity. Cambridge, UK: Cambridge University Press.
Hanisch, C. (1970). The personal is political. Retrieved from [original publication URL if available]
Hirschberger, G. (2018). Collective trauma and the social construction of meaning. Frontiers in Psychology, 9, 1441. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2018.01441
LaCapra, D. (2001). Writing history, writing trauma. Baltimore, MD: Johns Hopkins University Press.
Lyotard, J.-F. (1979). The postmodern condition: A report on knowledge (G. Bennington & B. Massumi, Trans.). Minneapolis, MN: University of Minnesota Press.
Mandel, E. (1975). Late capitalism. London, UK: Verso.
McNally, R. J. (2003). Remembering trauma. Cambridge, MA: Belknap Press/Harvard University Press.
Young, A. (1995). The harmony of illusions: Inventing post-traumatic stress disorder. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Workshops

MoveFest…και φέ(σ)τος!

ΙΟΥΛΙΟΣ, 2026
MoveFest, Leiden, Ολλανδία

The Flying Turtle Project: ο ρυθμός μου

ΜΑΡΤΙΟΣ, 2026
CATGANG ACROBATICS & MORE, Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής

Αν έχεις το Θεό σου!

ΜΑΡΤΙΟΣ, 2026
ImproVIBE, Θησείο, Αθήνα