Discaimers

1. Για τη ρομαντικοποίηση της παιδικής ηλικίας
Το παρόν κείμενο δεν επιχειρεί να ρομαντικοποιήσει την παιδική ηλικία ούτε να την παρουσιάσει ως ομοιογενή ή κατ’ ανάγκην ασφαλή εμπειρία. Αναγνωρίζεται πλήρως ότι υπάρχουν παιδικές ηλικίες βαθιά τραυματικές, επισφαλείς ή ακατάλληλες για παιδιά.

2. Για τη διάκριση εμπειρίας–κατανόησης
Η αναφορά στην παιδική αίσθηση δεν αναιρεί την ικανότητα των παιδιών να αντιλαμβάνονται αιτίες, σχέσεις και συναισθηματικές καταστάσεις. Αντιθέτως, αφορά την αναπτυξιακή διαφορά ανάμεσα στη βίωση και στη μεταγενέστερη γνωστική και συμβολική επεξεργασία της εμπειρίας.

3. Για το «μέσο όρο» και τις γενικεύσεις
Οι παρατηρήσεις που διατυπώνονται εδώ δεν αποσκοπούν στη δημιουργία ενός “μέσου” παιδιού ή μιας καθολικής παιδικής εμπειρίας, αλλά στη σκιαγράφηση μέρους ενός αναπτυξιακού πεδίου με τη μορφή προσωπικής αφήγησης και με πλήρη επίγνωση των πολλαπλών αποκλίσεων, εξαιρέσεων και διαφοροποιήσεων.

4. Για τη θεραπευτική σκοπιά
Η όποια σύνδεση με την Ψυχοθεραπεία και τη Δραματοθεραπεία δεν υπονοεί ότι η θεατρική έκφραση αποτελεί πανάκεια ή επαρκή απάντηση σε κάθε τραυματική εμπειρία της παιδικής ηλικίας, αλλά ότι συνιστά έναν από τους πιθανούς τρόπους επαναδιαπραγμάτευσης πρώιμων εμπειριών μέσα σε ασφαλές πλαίσιο.
Η αναφορά στο θεατρικό παιχνίδι εδώ δεν ταυτίζεται με την ιδέα του «παίζω μόνος/η μου ή με παρέα για να θεραπευτώ». Υπάρχει το παιχνίδι που μας βοηθά να νιώσουμε καλύτερα και είναι πολύτιμο, με άμεση, αλλά κυρίως βραχυπρόθεσμη επίδραση. Και υπάρχει και το παιχνίδι ως θεραπευτική διεργασία: το παιχνίδι που ακολουθείται από επεξεργασία, που επιτρέπει τη νοηματοδότηση της εμπειρίας, τη διαπραγμάτευση ρόλων, την ανάδυση και το φωτισμό παλιών ή νέων πτυχών του εαυτού κλπ. Αυτή η δεύτερη μορφή έχει διαφορετικό βάθος και μακροπρόθεσμο αντίκτυπο. Η διάκριση ανάμεσα στα δύο είναι σημαντική. Οι δραστηριότητες και τα χόμπι μπορούν να ανακουφίζουν και να στηρίζουν, αλλά δε συνιστούν από μόνα τους ψυχοθεραπεία.

5. Για το επίπεδο λόγου και την πρόθεση του κειμένου
Το κείμενο κινείται συνειδητά ανάμεσα στον αφηγηματικό και το θεωρητικό λόγο και δε φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως λεπτομερή αναπτυξιακή ή κλινική ανάλυση, αλλά ως προσωπική/στοχαστική προσέγγιση που συνομιλεί με την εμπειρία.

Η παιδική ηλικία

Σκέφτομαι συχνά την παιδική ηλικία σαν έναν τρόπο ύπαρξης. Δεν τη θυμάμαι με ακρίβεια, ούτε με χρονολογίες. Τη θυμάμαι με το σώμα. Με τον τρόπο που κάποτε κινούμουν χωρίς να σκέφτομαι, που έτρεχα χωρίς να λαχανιάζω, που έπεφτα και σηκωνόμουν χωρίς να σταθώ στον πόνο, που κολυμπούσα στα βαθιά χωρίς να έχω καταλάβει ακόμα ότι φοβάμαι το βυθό.

Τότε, ο χρόνος δεν είχε ακόμη μάθει να πιέζει. Υπήρχε μόνο το τώρα. Και μέσα σ’ αυτό το τώρα χωρούσαν όλα: χαρά, φόβος, πλήξη, ενθουσιασμός, ανυπομονησία, ματαίωση και τόσα άλλα. Τίποτα δεν κρατούσε πολύ, τίποτα δεν απειλούνταν από μονιμότητα. Οι όμορφες στιγμές πήγαιναν κι ερχόντουσαν και τα δύσκολα περνούσαν χωρίς να αφήνουν ίχνος -όχι γιατί δεν ήταν βαριά, αλλά γιατί δεν είχαν ακόμη αποκτήσει λέξεις. Το σώμα έγραφε την ιστορία του αλλά δεν ήμουν ακόμα ενήμερη ότι το κάνει.

Η παιδική ηλικία μοιάζει να είναι εκείνο το στάδιο όπου πρώτα βιώνεις και μετά καταλαβαίνεις. Νιώθεις ότι κάτι σε χαροποιεί ή σε πονά, χωρίς ακόμη να μπορείς να το εντάξεις σε ένα σαφές σχήμα αιτίου-αιτιατού. Οι εμπειρίες καταγράφονται στο σώμα και στο συναίσθημα, αλλά το νόημά τους θα σχηματιστεί αργότερα. Αναδρομικά, ίσως επανέλθεις σε μερικές στιγμές, όταν το σώμα θυμηθεί όσα τότε το μυαλό δεν είχε ακόμη τη δυνατότητα να επεξεργαστεί. Και πιθανόν να βιώσεις κάποια πράγματα για δεύτερη φορά, ή για πρώτη, πραγματικά, φορά.

Ως παιδιά, λοιπόν, υπάρχουμε «γιατί έτσι».
Και το παιχνίδι είναι το μέσο μας να γνωρίσουμε τον κόσμο.
Βασικά είναι ο τρόπος μας να υπάρχουμε.

Κατρακυλάμε τόσο εύκολα σε λόφους άμμου, τρώμε μισό παγωτό εμείς και μισό η μπλούζα μας, παριστάνουμε τη μαϊμού ή το σκύλο ή ένα φανταστικό πλάσμα που δεν υπήρξε ποτέ. Αυτοσχεδιάζουμε, εκφραζόμαστε, δημιουργούμε παιχνίδια, δοκιμάζουμε, τολμάμε…Μέχρι που…

Έρχεται κάποια στιγμή που, σχεδόν ανεπαίσθητα, κάτι μετατοπίζεται. Χωρίς να το καταλάβουμε, το παιχνίδι αρχίζει να αραιώνει. Όχι απότομα· σιγά σιγά. Καθώς το νόημα των πραγμάτων αποκτά σχήμα και το αίτιο-αιτιατό καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο, μαθαίνουμε να μιλάμε περισσότερο και να παίζουμε λιγότερο. Μαθαίνουμε ότι υπάρχουν σωστοί και λάθος τρόποι να κινείται κανείς μέσα στον κόσμο. Ότι το σώμα, υπό ορισμένες συνθήκες, πρέπει να συγκρατείται. Ότι η χαρά χρειάζεται όρια. Νομίζω δεν οφελεί να μακρηγορήσουμε για το ποιες συνθήκες το επιβάλλουν -τις γνωρίζουμε και μπορούμε να τις φανταστούμε. Ακόμη και στην περίπτωση που όλα πάνε «καλά», η παιδική ηλικία κάποια στιγμή λήγει.

Όπως το σκέφτομαι, δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή που να δηλώνει τη λήξη αυτής της παιδικότητας. Εξάλλου, για καθένα από μας σίγουρα διαφέρει. Μπορεί εσύ να έχασες την παιδικότητά σου νωρίς γιατί σου κόψανε τα πόδια, γιατί σε ματαιώσανε, γιατί σε κακοποιήσανε, γιατί χρειάστηκε να παίξεις από νωρίς ρόλο ενήλικα για να φροντίσεις ένα μέλος της οικογένειας κ.α. Αλλά αυτή η στιγμή υπήρξε. Από παιδί, έγινες λιγότερο παιδί, ή δε σου επιτράπηκε να μείνεις παιδί κλπ.

Υπάρχει, λοπόν, ένα διαφορετικό πέρασμα για το καθένα μας: εκεί που έπαιζες χωρίς λόγο, αρχίζεις να μην παίζεις, ή να παίζεις μόνο αν υπάρχει λόγος. Αυτή η μετάβαση, δεν είναι ευδιάκριτο και πότε ξεκινάει, όπως είπαμε δεν υπάρχει σαφής ημερομηνία. Μια μέρα, απλά, σταματάς να τρέχεις χωρίς λόγο. Σταματάς να κάνεις φασαρία για να κάνεις φασαρία. Σταματάς να πετάς πέτρες στο νερό μόνο για να δεις τα κύματα. Σταματάς να χτυπάς το κουδούνι της γειτονιάς μόνο και μόνο για να κάνεις μία ζαβολιά. Και δεν είναι ότι το έχεις απαγορεύσει ακριβώς στον εαυτό σου συνειδητά. Είναι ότι η ζωή σου, λίγο λίγο, γίνεται πιο «σοβαρή». Κάπως, δηλαδή, χωρίς να το καταλάβεις, το παιχνίδι δεν είναι πια αυθόρμητο. Είναι επιλογή. Και στην ενήλικη ζωή κάθε επιλογή χρειάζεται μια αιτία. Κάθε αιτία χρειάζεται ένα λόγο. Κάθε λόγος χρειάζεται ένα αποτέλεσμα.

«Έτσι κάνουν οι μεγάλοι άνθρωποι», λέμε, και το λέμε με μια φωνή που μοιάζει σοβαρή, μοιάζει περισσότερο με εξέλιξη παρά με απώλεια.

Αυτό ήταν! Το παιχνίδι από αυτό το διαφορετικό σημείο και στο εξής χρειάζεται πλέον δικαιολογία για να υπάρξει. Μία μάζωξη για επιτραπέζια, ένα σεμινάριο όπου θα μου πουν πως να παίξω κλπ. Κι αν κάποτε το παιχνίδι ήταν η ίδια η ζωή, τώρα, στην καλύτερη περίπτωση, η ζωή μπορεί να έχει κάθε τόσο και λίγο παιχνίδι.

Το σώμα αρχίζει να συγκρατείται. Δεν ξέρει πια να κινείται χωρίς να κρίνεται. Δεν ξέρει πια να κυλιέται σε γρασίδι χωρίς να του πουν σ’ ένα retreat να το κάνει. Δεν ξέρει (ή δε θυμάται;;) πια να εκφράζεται απλά για να εκφράζεται!

Προσοχή. Όπως είπαμε, δεν υπάρχει η πρόθεση να σχηματιστεί μία ρομαντικοποιημένη εικόνα της παιδικής ηλικίας. Υπάρχουν παιδικές ηλικίες που καθόλου δεν ταιριάζουν σε παιδιά. Υπάρχουν ζωές που από νωρίς γίνονται βαριές, σώματα που μαθαίνουν πολύ γρήγορα να προσέχουν, να αντέχουν, να σωπαίνουν. Και όμως, ακόμα κι εκεί, η παιδική αίσθηση υπάρχει ως δυναμικό που διακόπηκε, ως κάτι που δεν πρόλαβε να αναπτυχθεί. Όποια παιδική ηλικία κι αν είχαμε -φροντισμένη ή παραμελημένη, φωτεινή ή σκοτεινή ή κάτι από τα ενδιάμεσα- υπήρξαμε όλα σ’ εκείνο το στάδιο της παιδικής αίσθησης, ακόμα κι αν αυτό, λόγω συγκυριών, διήρκεσε 1”. Υπήρξε η στιγμή που μόνο βίωνες, δε γνώριζες.

Ο αντίκτυπος που σου αναλογούσε, θα ερχόταν αργότερα.

Το απόσπασμα

Η σημερινή αφορμή για να γράψω, ήταν ένα απόσπασμα που κάποτε, κάπου διάβασα και θέλησα να το γράψω ξανά, με τα δικά μου γράμματα σε ένα από τα τετράδια που αποθηκεύω, κάθε τόσο, σκέψεις, απορίες και συναισθήματα. Δυστυχώς, δεν έχω παραθέσει το όνομα της αρχικής πηγής κι έτσι δεν ξέρω σε ποιό άτομο ανήκει• είχα φαίνεται παρασυρθεί τόσο πολύ απ’ όσα μου προκάλεσε η ανάγνωσή του:

Όταν η παιδική μου ηλικία επιστρέφει μερικές φορές και αναστατώνει την καρδιά μου, μοιάζει με μία εικόνα με χρυσή κορνίζα και βαθιά χρώματα στην οποία κυριαρχούν ένα δάσος από πλατάνια και καστανιές, ένα απερίγραπτα ευχάριστο φως, πρωινό φως, κι ένα φόντο από υπέροχα βουνά. Κάπου κοντά, λίγο μπλε μαρτυρά μια θάλασσα.

Όλες εκείνες τις ώρες της ζωής μου, που μου επέτρεπαν να νιώθω -για λίγο- ηρεμία και να ξεχνώ τον κόσμο και τη σκληρότητά του, όλοι εκείνοι οι μοναχικοί περίπατοι που έκανα σε πανέμορφα βουνά, όλες εκείνες οι στιγμές που μια απρόσμενη ευτυχία ή μια αγάπη χωρίς σεξουαλική επιθυμία με μετέφεραν μακριά απ’ το χθες και το αύριο…όλα αυτά, δε μπορώ να τα περιγράψω με κανένα πιο πολύτιμο όνομα εκτός κι αν τα συγκρίνω με αυτή την καταπράσινη εικόνα των πρώτων χρόνων της ζωής μου.

Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να είναι απόσπασμα της Alice Miller, άνετα και της Φρανσουάζ Ντολτό. Σκέφτηκα και τον Έρμαν Έσσε. Εκτός από το να αποδοθεί η παραπομπή για λόγους σεβασμού προς το άτομο-δημιουργό, αν έχει κάποια επιπρόσθετη σημασία να ξανά βρεθεί η πηγή, είναι για να διαβαστεί και η συνέχειά του!

Σε κάθε περίπτωση.

Διαβάζοντάς το ξανά, στάθηκα αρκετά στην απλότητα που ένιωθα ότι άφηνε πίσω του. Δεν είχε δύσκολες λέξεις, σύνθετα νοήματα. Ανάμεσα στα γράμματα δημιουργήθηκε ευθύς αμέσως ένας χώρος, απ’ αυτούς τους παράξενα ωραίους χώρους που δημιουργούνται όταν κάτι σε αγγίζει βαθιά αλλά δεν ξέρεις κι ακριβώς το γιατί.

Δεν είναι λίγες οι φορές που στις συνεδρίες τα θεραπευόμενα άτομα περιστρέφονται γύρω από την παιδική ηλικία. Βασικά είναι πολλές. Με τέτοιου είδους αναδρομές, μάς συναντάμε ξανά σε ανέμελες στιγμές, δυσβάσταχτες αναμνήσεις, αδικίες που δεν αποκαταστάθηκαν, μεγάλες εκπλήξεις που έλαμψαν τα μάτια μας, όνειρα που τρέφαμε κάθε μέρα πριν κοιμηθούμε, σοκ που καμιά φορά μας κάνουν μέχρι και σήμερα να ξυπνάμε το βράδυ στον ύπνο μας και τόσα άλλα, «καλά» και «κακά». Σε αυτό το διάστημα των πρώτων χρόνων της ζωής μας, αν το θυμόμαστε, θα βρούμε πολλούς λόγους να εξηγήσουμε γιατί «εμείς» είμαστε σήμερα «εμείς».

Σκέφτηκα ότι αυτό το απόσπασμα της καταπράσινης εικόνας της παιδικής ηλικίας δεν αποτελεί απλώς μια ανάμνηση, ούτε είναι ανάγκη να τη δούμε ως κυριολεξία (μπορεί να μη βρεθήκαμε καν σε πράσινα τοπία). Αυτή η εικόνα, μοιάζει περισσότερο μ’ ένα εσωτερικό καταφύγιο. Ένα τόπο όπου ο χρόνος δεν έχει μάθει ακόμη να πληγώνει, όπου η ευτυχία δε χρειάζεται αιτίες, η μοναξιά δεν πονά απαραίτητα κλπ, κατάλαβες που το πάω. Τα συναισθήματα και οι ανάγκες, σε αυτά τα πρώιμα παιδικά χρόνια, συνήθιζαν να εκφέρονται χωρίς λογική επεξεργασία. Απλά εκφέρονταν.

Σκέφτηκα, επίσης, ότι συχνά μπορεί να επιστρέφουμε σ’ αυτά τα τοπία από νοσταλγία, ματαιότητα, αλλά κι από ανάγκη. Ίσως για να θυμηθούμε ότι κάποτε υπήρξαμε ακέραιες και ακέραιοι, ό,τι κι αν περνούσαμε και μέχρι να καταλάβουμε τι περνούσαμε. Ήμασταν εκκολαπτόμενοι άνθρωποι, σχεδόν αγνώμονες για το τι έρχεται. Ήμασταν ολόκληρα πριν αρχίσουμε να διασπώμαστε σε άγχη, φόβους και προσδοκίες. Ήμασταν απλά «εμείς» πριν μάθουμε να μετράμε τον εαυτό μας με όρους χρησιμότητας, πριν αρχίσουμε να απαριθμούμε τα σημάδια πάνω στο σώμα μας ή να αντιλαμβανόμαστε πόσο τυχερά ή άτυχα υπήρξαμε.

Διαβάζοντας το απόσπασμα, για μια στιγμή, στάθηκα κι εγώ μπροστά σ’ εκείνη την καταπράσινη εικόνα, σαν παιδί που επιστρέφει χωρίς αποσκευές, χωρίς εξηγήσεις, μόνο με την ήσυχη βεβαιότητα ότι κάπου μέσα του υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει ένα πρωινό φως που δε σβήνει.

Συνειρμικά, έβαλα να ξανά δω την τελευταία σκηνή από το Kaos των αδερφών Taviani -δε θα μπορούσα να φαναστώ καλύτερο συμπληρωματικό οπτικοακουστικό υλικό για το απόσπασμα.

Εκείνη τη σκηνή που τα παιδιά τρέχουν και κατρακυλούν πάνω σε λόφους ελαφρόπετρας δίπλα στη θάλασσα.
Παίζουν.
Γελούν.
Βουτάνε.
Τι πλάνα Θε μου.

Άουτρο

Η παιδική ηλικία μπορεί -ίσως- να νοηθεί, εκτός από αναπτυξιακή περίοδος, και ως θεμελιώδες αξίωμα της ανθρώπινης εμπειρίας: ένα προ-αναστοχαστικό στάδιο στο οποίο οι εμπειρίες εγγράφονται σωματικά και συναισθηματικά, πριν καταστούν αντικείμενο νοητικής επεξεργασίας και συμβολικής αναπαράστασης.

Και μπορεί, τελικά, το πιο ουσιαστικό να μην είναι να θυμόμαστε «πώς (θα) ήταν τότε» αλλά να (ξανα)βρούμε πώς ήταν να παίζουμε και να δοκιμάζουμε ελεύθερα. Να επαναλάβουμε ό,τι μας άρεσε, να ξανά βρούμε ό,τι στερηθήκαμε, να δοκιμάσουμε ό,τι δε μπορέσαμε, μιλώντας λιγότερο και παίζοντας περισσότερο. Να επιτρέψουμε στο σώμα να υπάρξει. Κι ας μιλήσουμε και μετά, δε λέω.

Workshops

MoveFest…και φέ(σ)τος!

ΙΟΥΛΙΟΣ, 2026
MoveFest, Leiden, Ολλανδία

The Flying Turtle Project: ο ρυθμός μου

ΜΑΡΤΙΟΣ, 2026
CATGANG ACROBATICS & MORE, Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής

Αν έχεις το Θεό σου!

ΜΑΡΤΙΟΣ, 2026
ImproVIBE, Θησείο, Αθήνα