Στα πλαίσια της ευρύτερης συζήτησης σχετικά με τα οφέλη του θεάτρου στην ψυχική υγεία των ατόμων, το παράδειγμα της φόρμας του Θεάτρου Ντοκιμαντέρ, το οποίο αντλεί αμιγώς από τις εμπειρίες ερασιτεχν-ιδ-ών ηθοποιών, αποτελεί -αν μη τι άλλο- ένα σημαντικό πεδίο έρευνας το οποίο μπορεί να εκβάλλει σε διάφορα θεατρικά, κοινωνιολογικά και ψυχολογικά πορίσματα.

Η συμμετοχή σε παραστάσεις αυτής της φόρμας, συχνά δίνει βήμα στα συμμετέχοντα άτομα να εκθέσουν τις ιστορίες τους επί σκηνής, να τις επεξεργαστούν και να αναστοχαστούν πάνω σε αυτές -η θεατρική σκηνή λειτουργεί ως πλατφόρμα για να ακουστούν οι εμπειρίες τους και να αναγνωριστούν. Με αυτόν τον τρόπο, το Θέατρο Ντοκιμαντέρ δε λειτουργεί μόνο ως καλλιτεχνικό μέσο, αλλά και ως δυνάμει θεραπευτικό εργαλείο που μπορεί να λειτουργήσει ως επανορθωτική εμπειρία, να ενισχύσει την αυτογνωσία, την συναισθηματική ισορροπία κ.α.

Τι γίνεται, ωστόσο, με τις περιπτώσεις όπου πάνω στη σκηνή εκτίθενται επανειλημμένα οι ίδιες αφηγήσεις/εμπειρίες; 

Στην 11η Διαδικτυακή Διημερίδα «Ατομικό και Συλλογικό Τραύμα στην Ψυχοθεραπεία» της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος, με απασχόλησε μία σειρά ερωτημάτων που προέκυψαν κατά την εμπλοκή με τη διπλωματική μου εργασία με τίτλο «Η πρόσληψη της παράστασης με τίτλο ‘’Καθαρή Πόλη’’ των Ανέστη Αζά και Πρόδρομου Τσινικόρη: Μια μελέτη περίπτωσης». Η έρευνά μου εκπονήθηκε στα πλαίσια του Μεταπτυχιακού μου στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και χρηματοδοτήθηκε από το Ιαπωνικό ίδρυμα SYLFF. 

Αλλά πριν παραθέσω τους προβληματισμούς μου σε σχέση με την επανειλημμένη έκθεση, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η παράσταση «Καθαρή Πόλη»

Η παράσταση «Καθαρή Πόλη», κάνει πρεμιέρα στις 3/2/2016 στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση και πρόκειται για μια συμπαραγωγή της Στέγης με το Διεθνές Φεστιβάλ Sirenos (Βίλνιους, Λιθουανία), το Teatro Maria Matos (Λισσαβόνα, Πορτογαλία) και το Tiger Dublin Fringe (Δουβλίνο, Ιρλανδία), στο πλαίσιο του πρότζεκτ ΕUROPOLY των ευρωπαϊκών Ινστιτούτων Γκαίτε. Μετά την πρώτη παρουσίασή της, κάνει περιοδεία, σε 39 πόλεις της Ευρώπης και στο Ντουμπάι αποτελώντας μία από τις σημαντικότερες ελληνικές παραστάσεις της φόρμας του Θεάτρου Ντοκιμαντέρ.

Οι σκηνοθέτες Ανέστης Αζάς & Πρόδρομος Τσινικόρης αποφασίζουν να απαντήσουν στη δημοφιλή, τότε, μεταφορά της Χρυσής Αυγής «να ξεβρωμίσει ο τόπος» με μία κυριολεξία: θέτουν στο επίκεντρο του δημόσιου, θεατρικού ενδιαφέροντος πέντε μετανάστριες οικιακές βοηθούς που όντως καθαρίζουν τον τόπο, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν το ρατσισμό και το σεξισμό της ελληνικής κοινωνίας. Συγκροτούν τη θεωρητική βάση της Καθαρής πόλης εκκινώντας από το θεωρητικό έργο της Gayatri Chakravorty Spivak (2015) και το κείμενό της ‘’Can the subatlern speak’’, από βιβλία για την ιστορία της μετανάστευσης στην Ελλάδα, το έργο του Βασίλη Τσιάνου αλλά και από έρευνα πεδίου σε μεταναστευτικές κοινότητες και οργανισμούς στην Αθήνα.

Αντλώντας από το Θέατρο Ντοκιμαντέρ, οι σκηνοθέτες αφήνουν τις πρωταγωνίστριες να μιλήσουν οι ίδιες για τις εμπειρίες τους και η παράσταση περιοδεύει στο εξωτερικό, για πέντε χρόνια, κινητοποιώντας το ενδιαφέρον αρκετών θεατών και κριτικών θεάτρου.

Η έρευνα

Πέντε χρόνια μετά την πρώτη προβολή της «Καθαρής Πόλης», την άνοιξη του ’21, οι ερασιτέχνιδες πρωταγωνίστριες συνομιλούν μαζί μου και μοιράζονται τις εμπειρίες που αποκόμισαν μέσα από τη μεγάλη περιοδεία της «Καθαρής Πόλης».

Οι αναφορές τους, όπως προκύπτουν από τις συνομιλίες μας, αναδεικνύουν θεματικές όπως η προσωπική και κοινωνική αναγνώριση, η ενίσχυση των κοινωνικών σχέσεων, η ορατότητα και επικύρωση των εμπειριών τους, η βελτίωση της ζωής/καθημερινότητάς τους αλλά και συναισθήματα όπως ενθουσιασμός για την ανάληψη καθηκόντων ηθοποιού, ευγνωμοσύνη για τις ενδοομαδικές δυναμικές, δυσαρέσκεια λόγω της κακοπροαίρετης δημοσιογραφικής τοποθέτησης, κ.α. Αναφέρουν, παράλληλα, ότι ανέπτυξαν πολύ προσωπικές σχέσεις, τόσο οι πέντε μεταξύ τους, όσο και με τους σκηνοθέτες, για τους οποίους εκφράζουν μεγάλη εκτίμηση και επισημαίνουν ότι έχουν ακόμα και σήμερα μία πολύ στενή και άνετη σχέση με τους δύο σκηνοθέτες η οποία διαπνέεται από ευγένεια, φροντίδα και αμοιβαίο σεβασμό.

Υπογραμμίζουν συνολικά ότι, μέσα από την Καθαρή Πόλη, είχαν την ευκαιρία να εργαστούν νόμιμα ως ηθοποιοί, να μιλήσουν δημόσια, να κοινοποιήσουν τις εμπειρίες τους, να ταξιδέψουν σε όλη την Ευρώπη μέσω της περιοδείας και να κερδίσουν το σεβασμό και την εκτίμηση από τους κοντινούς τους κύκλους αλλά και από το ευρύτερο κοινό που τις παρακολούθησε.

Και η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι οι πέντε γυναίκες, ήθελαν να μιλήσουν και μίλησαν. Και όσες και όσοι από εμάς προσήλθαμε στις αίθουσες προβολής, πληρώσαμε το εισιτήριό μας για να τις ακούσουμε. Και τις ακούσαμε.

Η Καθαρή Πόλη, με πιο θεωρητικούς όρους, φαίνεται να αποτελεί, για όλες, μια επιδίωξη αναγνώρισης, ένα μέσο κατοχύρωσης του σεβασμού και της εκτίμησης που λειτούργησε ως μέσο ορατότητας των εμπειριών τους αλλά και ως μέσο νομιμοποίησης των δικαιωμάτων τους. Έτσι, οι άλλοτε κεκλεισμένων των θυρών εμπειρίες των πέντε κυριών, προσφέρθηκαν δημόσια και προσέλκυσαν το βλέμμα των κριτικών, θεατών, και ακαδημαϊκών -μαζί και το δικό μου.

Οι μετά-ερευνητικοί προβληματισμοί

Ο δημόσιος διάλογος που άνοιξε η Καθαρή Πόλη και η δυναμική αλληλεπίδραση των πρωταγωνιστριών με τους σκηνοθέτες, λειτούργησε, σύμφωνα με τα λεγόμενα των πέντε γυναικών, ως επανορθωτική εμπειρία στη μη ορατότητα των εμπειριών τους και συνέβαλε στην ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης [self-confidence], του αυτοσεβασμού [self-respect] και της αυτοεκτίμησής τους [self-esteem]. Με τους όρους του Honneth (1996), οι πρωταγωνίστριες απέκτησαν αναγνώριση και η καθημερινή ζωή τους βελτιώθηκε ποιοτικά ενώ, σε διαπροσωπικό επίπεδο, η Καθαρή Πόλη φαίνεται να αποτέλεσε και πεδίο ανάδειξης φιλικών σχέσεων, οι οποίες ευνοήθηκαν μέσα από το αμοιβαίο κλίμα σεβασμού που κυριαρχούσε στις συναντήσεις των συντελεστών της παράστασης.

Μιλώντας μαζί τους, ωστόσο, παρατήρησα ότι όλες οι πρωταγωνίστριες, ανεξαιρέτως ανέφεραν ότι είχαν μεγάλο στρες έκθεσης καθ’ όλη τη διάρκεια της περιοδείας και τους φάνηκε αρκετά μεγάλο στοίχημα το να ανεβαίνουν κάθε τόσο στη σκηνή για να αφηγηθούν τις ιστορίες τους καθώς, όπως εξηγούν, «ε δεν είμαστε και ηθοποιοί»! Φυσικά, κάτι τέτοιο είναι απόλυτα αναμενόμενο και σε καμία περίπτωση δεν αποδίδεται, ως ευθύνη, στους σκηνοθέτες. Στο παρόν κείμενο, αναφέρεται με τη μορφή της «παράπλευρης απώλειας».

Παρατηρώντας τις καταθέσεις τους, αυτή τη φορά, μέσα από τους φακούς της Δραματοθεραπείας, άρχισα να αναρωτιέμαι τι σημαίνει η κατ’ επανάληψη διαδικασία της έκθεσης των τραυματικών εν γένει και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των πέντε πρωταγωνιστριών οι οποίες έπαιξαν πάνω σε τόσες θεατρικές σκηνές τους ίδιους τους εαυτούς τους:

  1. Μπορεί μία τραυματική εμπειρία να μετασχηματιστεί μέσω της θεατρικής εμπλοκής και με ποιό τρόπο;
  2. Μπορεί το θέατρο ντοκιμαντέρ και η προβολή τραυματικών εμπειριών επί σκηνής να συμβάλουν στην ανακούφιση των αφηγούμενων υποκειμένων;
  3. Μπορεί να επιτευχθεί ο επαναπροσδιορισμός του τραύματος έτσι ώστε να μην καθηλώνει και να μην ακινητοποιεί και τι πληροφορίες μπορεί να μας δίνονται, τελικά, σχετικά με την εφαρμογή δραματοθεραπευτικών τεχνικών στις συνεδρίες με τραυματισμένα υποκείμενα;
  4. Στην περίπτωση της μετακίνησης των πληθυσμών, για παράδειγμα, πώς το σημαίνον του «ταξιδιού» μπορεί να αποκτήσει διαφορετικά σημαινόμενα ανάλογα με το υποκείμενο που αφηγείται αλλά και τις συνθήκες και τη χρονική στιγμή της αφήγησης;
  5. Θα βοηθούσε η αποστασιοποίηση των ηθοποιών με τη χρήση ψευδωνύμων; Ή θα αναιρούσε τον ίδιο τον κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα που φέρει η φόρμα του Θεάτρου Ντοκιμαντέρ;

Παρότι οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα μπορεί να ποικίλουν και δε μπορούν να είναι πάγιες ή μοναδικές, ως προβληματικές, προκάλεσαν το ερευνητικό ενδιαφέρον μου, το οποίο αξιοποίησα ερευνητικά στην 11η Διαδικτυακή Διημερίδα «Ατομικό και Συλλογικό Τραύμα στην Ψυχοθεραπεία».

Η συζήτηση στην 11η Διαδικτυακή Διημερίδα «Ατομικό και Συλλογικό Τραύμα στην Ψυχοθεραπεία» και η Δραματοθεραπευτική πρόταση

Η περίπτωση της επαναλαμβανόμενης δραματοποίησης μίας εμπειρίας θα μπορούσε να αποτελέσει μία σοβαρή προβληματική με πολλές πιθανές προεκτάσεις. Καμία προβληματική δεν έχει δύναμη, ωστόσο, εάν δεν προταθεί, έστω και σε πειραματικό επίπεδο, μία εναλλακτική πρόταση. Η προσωπική μου θέση και πρόταση αφορούσε και αφορά στην εφαρμογή Δραματοθεραπευτικών τεχνικών στο προπαρασκευαστικό στάδιο μιας παράστασης της φόρμας του Θεάτρου Ντοκιμαντέρ.

Γνωρίζουμε, σε θεωρητικό επίπεδο, ότι η Δραματοθεραπεία προσκαλεί τα εμπλεκόμενα άτομα να πειραματιστούν με πολλούς και διαφορετικούς ρόλους. Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει ο Δραματοθεαραπευτής Robert Landy (1993) όσο περισσότερους ρόλους δοκιμάσει να παίξει ένα άτομο, τόσο πιο έτοιμο είναι στις κοινωνικές συναλλαγές του. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι η Δραματοθεραπεία αξιοποιεί το συμβολικό χώρο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία για να προσκαλέσει τα άτομα να πειραματιστούν με ασφάλεια, παίρνοντας απόσταση από τον εαυτό τους (Jennings, 2005).

Υποθέτω, λοιπόν, ότι η εφαρμογή των Δραματοθεραπευτικών τεχνικών στο Θέατρο Ντοκιμαντέρ μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο που μπορεί να εξυπηρετήσει ερασιτέχν-ιδ-ες να εισαχθούν ομαλότερα και με μεγαλύτερη ασφάλεια στο ρόλο τους, ιδιαίτερα όταν υποδύονται εκδοχές του εαυτού τους. Η ίδια η μέθοδος της Δραματοθεραπείας, εξάλλου, αξιοποιεί τη δύναμη του δράματος και των θεατρικών τεχνικών για να υποστηρίξει και να αναπτύξει την έκφραση συναισθημάτων, την αυτογνωσία και την κατανόηση μιας ή περισσότερων εμπειριών. Οι μη επαγγελματίες ηθοποιοί ενδεχομένως θα μπορούν να εξερευνήσουν τις εμπειρίες και τα συναισθήματά τους σ’ ένα δομημένο αλλά και δημιουργικό περιβάλλον, στον ενδιάμεσο, συμβολικό χώρο που δημιουργεί η μέθοδος της Δραματοθεραπείας.

Μετά από τις συνεντεύξεις μου με τις πέντε γυναίκες της Καθαρής Πόλης υποστηρίζω, με άλλα λόγια, ότι η δραματοθεραπευτική προετοιμασία μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην οικοδόμηση αυτοπεποίθησης και να μειώσει το άγχος της παράστασης, λειτουργώντας υπέρ των κάθε φορά εκτιθέμενων ερασιτεχν-ιδ-ών. Μέσα από δραστηριότητες όπως ο ρόλος, η αφήγηση και ο αυτοσχεδιασμός, οι ηθοποιοί ενδεχομένως να κατανοήσουν και να αποτιμήσουν καλύτερα τις εμπειρίες που έχουν προηγηθεί και να τις επεξεργαστούν με ασφάλεια πριν τις εκθέσουν/εκφράσουν στο ευρύ κοινό.

Βιβλιογραφία

Jennings, S. (2005). Εισαγωγή στη δραματοθεραπεία. Θεραπευτικό θέατρο ο μίτος της Αριάδνης.

Honneth, A. (1996). The struggle for recognition: The moral grammar of social conflicts. Great Britain: Mit Press.

Landy, R. J. (1993). Persona and performance: The meaning of role in drama, therapy, and everyday life. Guilford Press.

Spivak, G. C. (2015). Can the subaltern speak στο Williams, P., & Chrisman, L. Colonial discourse and post-colonial theory: A reader. Routledge.

Workshops

MoveFest…και φέ(σ)τος!

ΙΟΥΛΙΟΣ, 2026
MoveFest, Leiden, Ολλανδία

The Flying Turtle Project: ο ρυθμός μου

ΜΑΡΤΙΟΣ, 2026
CATGANG ACROBATICS & MORE, Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής

Αν έχεις το Θεό σου!

ΜΑΡΤΙΟΣ, 2026
ImproVIBE, Θησείο, Αθήνα